του Ζερόμ Τουρνάντρ-Πλανκ

© Libération

Πολυάριθμοι Γάλλοι, κουρασμένοι από την αντιπαλότητα μεταξύ αριστεράς και δεξιάς, μοιάζουν πλέον έτοιμοι να ακολουθήσουν την αβεβαιότητα της οδού που τους υποδεικνύει ο κ. Μπαϊρού (Bayrou).

Μακριά από τις ιδεολογίες (που θεωρούνται εξ ορισμού «ξεπερασμένες» και «στείρες»), η πολιτική ζωή υποτίθεται πως θα ανασυγκροτηθεί γύρω από κάποια «μεσαία» πλειοψηφία.

Οι σηματοδότες αυτής της νέας πορείας είναι η σύνθεση («μόλις εκλεγώ θα πάρω ό,τι καλύτερο διαθέτει η δεξιά και η αριστερά) και η ξενομανία (ιδιαίτερα ο θαυμασμός προς τη Γερμανία, που είναι τόσο πολύ πιο λογική από τη Γαλλία, που επιμένει στην πολιτική της ακαμψία).

Θα μπορούσαμε εύκολα να ειρωνευτούμε τη φιλοδοξία του ηγέτη της «ένωσης για μία γαλλική δημοκρατία» (UDF) να εκπροσωπήσει την καλή προαίρεση στον πολιτικό στίβο.

Θα ήταν επίσης δυνατό να αμφισβητήσουμε τη σιγουριά με την οποία ο συγκεκριμένος υποψήφιος -που εν πάση περιπτώσει δεν είναι και χτεσινός στην πολιτική- μας διαβεβαιώνει πως γνωρίζει «τι θέλουν οι Γάλλοι».

Η πολιτική όμως αφετηρία του κ. Μπαϊρού ξεπερνά τις απλές σκηνογραφίες με τα τρακτέρ και μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ίδια τη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος… αν δεν το οδηγήσει σε πλήρες αδιέξοδο.

Δεν είναι κατ’ αρχήν καθόλου βέβαιο πως ακόμα και οι εν δυνάμει ψηφοφόροι του χριστιανοδημοκράτη υποψηφίου «υπερέβησαν» μέσα σε ένα βράδυ τη διάκριση μεταξύ δεξιάς κι αριστεράς.

Για να πειστούμε γι’ αυτό αρκεί μια ματιά στον υποδειγματικό ψηφοφόρο που επιχειρούν να κατασκευάσουν τα μίντια (τον ιδεότυπο «είμαι αριστερός αλλά ψηφίζω Μπαϊρού»).

Όσο κι αν ορισμένοι δυσαρεστούνται, φαίνεται πως η διάκριση δεξιάς-αριστεράς έχει ακόμα περιεχόμενο για αρκετούς.

Επιπλέον να τονίσουμε πως, παρά το διάχυτο συγκριτισμό, οι περίφημες «ενάρετες» κυβερνήσεις τύπου «μεγάλου συνασπισμού», στις οποίες αναφέρονται ο Μπαϊρού και οι οπαδοί του, παραμένουν εξαίρεση στη γερμανική πολιτική ζωή, και ποτέ μέχρι σήμερα δεν εξάντλησαν τη θητεία τους.

Όσο για τη θέση πως η διάκριση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς είναι ξεπερασμένη, παρά το νεωτερικό περιτύλιγμά της ευδοκιμεί μονίμως στην πολιτική ιστορία της δύσης του 20ού αιώνα.

Από τους οπαδούς του συντηρητικού Μακ Μίλαν (MacMillan) στα τέλη της δεκαετίας του 1950 έως τους «νέους» δημοκρατικούς των Κλίντον (Clinton) και Γκορ (Gore) στις αρχές εκείνης του 1990, περνώντας από τους Γερμανούς πράσινους των περασμένων δεκαετιών, πολυάριθμες πολιτικές ομάδες ισχυρίζονταν πως τοποθετούνται «πέραν της «δεξιάς» και της «αριστεράς»».

Αρκεί να κάνει κανείς μία γρήγορη ανασκόπηση της αποτυχίας αυτών των πολιτικών εμπειριών να «θάψουν» τις παραδοσιακές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές.

Για να επανέρθουμε στη γαλλική περίπτωση, αξίζει να θυμίσουμε πως η σημερινή άποψη περί «ξεπεράσματος της διάκρισης δεξιάς-αριστεράς» είναι άμεσος απόγονος ανάλογων ιδεών (της «κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» τη δεκαετία του 1980 ή της «διόγκωσης των άκρων» τη δεκαετία του 1990) που προβάλλονται ως προφανείς πραγματικότητες από μια χούφτα τηλεοπτικών διανοουμένων, πολιτικών συντακτών και πολιτικών επιστημόνων της μόδας.

Όπως όμως συνέβη και με τις προγόνους της, η θέση αυτή δεν αντέχει ούτε καν σε μία επιπόλαιη ανάλυση.

Το πρώτο στραβοπάτημα των υποστηρικτών της είναι πως παγιώνουν τις έννοιες «δεξιά» και «αριστερά», υπονοώντας πως διαθέτουν μία «ουσία» που καθορίστηκε άπαξ δια παντός εδώ και δύο αιώνες.

Αυτό που συνέβη είναι ακριβώς το αντίθετο: ο συγκεκριμένος πολιτικός διαχωρισμός είναι μία μεταβαλλόμενη πραγματικότητα και ανασυντίθεται διαρκώς ολόκληρο το 19ο και 20ό αιώνα γύρω από τις νέες διαφορές που προκύπτουν κάθε φορά.

Ενώ για ένα μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα ο διαχωρισμός δεξιάς-αριστεράς αφορούσε κυρίως το «κοινωνικό ζήτημα», στη συνέχεια καθορίστηκε από τη νοηματοδότηση της έννοιας του «έθνους», τη στάση απέναντι στη θρησκεία ή την οικονομία και σήμερα μετακινείται προς τα «θέματα αξιών».

Το περιεχόμενο της διάκρισης δεξιάς-αριστεράς του 2002 δεν έχει και πολύ σχέση με εκείνο του 1981, πόσο μάλλον με εκείνο του 1848.

Η άλλη ανοησία πάνω στην οποία οικοδομείται η θέση του ξεπεράσματος της διάκρισης δεξιάς-αριστεράς έχει να κάνει με την άγνοια για το πώς λειτουργεί ο δημόσιος χώρος στις δημοκρατίες.

Σχηματικά μιλώντας, ρόλος του τελευταίου είναι ακριβώς να οργανώνει και να ρυθμίζει τη συγκρουσιακότητα, και όχι να την εξαφανίζει προς όφελος μιας υποτιθέμενης «συναίνεσης».

Ο δημοκρατικός δημόσιος χώρος είναι με άλλα λόγια ο μόνος στον οποίο μπορεί να διεξαχθεί η σύγκρουση δεξιάς-αριστεράς χωρίς να μετεξελιχτεί σε φυσική και βίαιη σύγκρουση.

Η επιθυμία της υποκατάστασης αυτού του δημόσιου χώρου από κάποια εκδοχή «κεντρώας» ομοφωνίας δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτα άλλο παρά ένα πρόταγμα αποπολιτικοποίησης, που είναι καταδικασμένο στην αποτυχία, όπως αποδεικνύει η τύχη του μπλερισμού, που αργοπεθαίνει στη Βρετανία.

Ο σημερινός Βρετανός πρωθυπουργός, που δεσπόζει στο «πάνθεον» των οπαδών της θέσης που εξετάζουμε εδώ, πίστεψε πράγματι επί μακρόν πως ο «πραγματισμός» (αυτή η κάπως πιο επεξεργασμένη εκδοχή της «καλής προαίρεσης») του επέτρεπε να παρακάμψει την παραδοσιακή πολιτική πόλωση.

Οι νέοι εργατικοί είχαν τη γενναιότητα να πάνε να κυνηγήσουν στα γλωσσικά χωράφια της δεξιάς και τοποθέτησαν περήφανοι τα τρόπαια αυτών τους των εξορμήσεων στα ολοκαίνουργια ράφια του «ριζοσπαστικού κέντρου» τους.

Κι όμως, από τα τέλη κιόλας της δεκαετίας του 1990 ήταν ξεκάθαρο πως αυτή τους η προσέγγιση απλά δεν ήταν βιώσιμη πολιτικά.

Η ανάγκη να καθησυχάσουν οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι του κόμματος επέβαλε εκ νέου την αποστασιοποίηση από τον αντίπαλο, πράγμα που δεν μπορούσε παρά να σημαίνει την επαναφορά ορισμένων «αριστερών» συμβόλων στο προσκήνιο της κυβερνητικής πρακτικής και ορολογίας.

Από το 1998 έτσι κιόλας, δεν γινόταν πλέον λόγος για την αυτοτοποθέτηση πέραν της δεξιάς και της αριστεράς, για να παραφράσω έναν από τους αγαπημένους συγγραφείς του ηγέτη των Εργατικών, αλλά για ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας (όπως έλεγε ο ίδιος συγγραφέας, λίγα χρόνια αργότερα).

Οι αναφορές στην ισότητα και στην ιδεολογική διάσταση της φορολογικής και δημοσιονομικής πολιτικής, χρησιμοποιήθηκαν έκτοτε ως απόδειξη της επιστροφής των Εργατικών στην «κεντροαριστερά» του πολιτικού φάσματος.

Ποιο είναι το συμπέρασμα των παραπάνω;

Μα πως η πολιτική δεν είναι μία υπόθεση «καλής προαίρεσης» και πως οι αντιπαραθέσεις μεταξύ διαφορετικών κοσμοθεωριών κάθε άλλο παρά βλάπτουν τη δημοκρατία.

Ο Jérôme Tournadre-Plancq είναι πολιτικός επιστήμων στο πανεπιστήμιο της Ορλεάνης

αναδημοσίευση από το http://www.ppol.gr

Advertisements