Μια έκκληση στους Μουσουλμάνους της Δύσης και τους συμπολίτες τους

Έχουμε αρκετούς λόγους να ανησυχούμε. Οι επαναλαμβανόμενες τρομοκρατικές επιθέσεις ανά τον κόσμο, μαζί με τον ‘πόλεμο κατά της τρομοκρατίας’ και τις αυξανόμενες εντάσεις που πηγάζουν από κοινωνικά προβλήματα, συνθέτουν το πορτρέτο του Ισλάμ ως απειλή για τις δυτικές κοινωνίες. Ο φόβος, και οι συναισθηματικές αντιδράσεις που τον συνοδεύουν, έχουν γίνει μέρος της δημόσιας νοοτροπίας. Τέτοιες αντιδράσεις, ενώ συχνά είναι βάσιμες, γίνονται με αυξανόμενη, επίσης, συχνότητα αντικείμενο εκμετάλλευσης για πολιτικούς σκοπούς.

Δεν υπάρχει σχεδόν καμιά δυτική κοινωνία που να έχει γλιτώσει από καυτά ζητήματα ‘ταυτότητας’ ή από εντάσεις σχετικές με την ‘ενσωμάτωση’. Οι Μουσουλμάνοι βρίσκονται ενώπιον ξεκάθαρων επιλογών: να υιοθετήσουν μια στάση ‘θύματος’ ή να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες τους, να γίνουν υποκείμενα της δικής τους Ιστορίας. Σε τελική ανάλυση, η μοίρα τους βρίσκεται στα χέρια τους. Τίποτα δεν θ’ αλλάξει μέχρι να δεχτούν την πλήρη ευθύνη του εαυτού τους, να γίνουν εποικοδομητικά κριτικοί και αυτοκριτικοί, και να αντιδράσουν στην έρπουσα ‘εξέλιξη του φόβου’ με μια καλά θεμελιωμένη ‘επανάσταση εμπιστοσύνης’.

Ο χειρισμός του φόβου, η αντιμετώπιση βάσιμων προβλημάτων

Τα γεγονότα των τελευταίων ετών έφεραν τους δυτικούς λαούς πρόσωπο με πρόσωπο με νέες πραγματικότητες. Η ολοένα πιο ορατή παρουσία ανάμεσά τους εκατομμυρίων Μουσουλμάνων τους έκανε να συνειδητοποιήσουν ότι οι κοινωνίες τους έχουν αλλάξει και αυτό προκάλεσε φόβους και προβλήματα που είναι απολύτως βάσιμα, ακόμη κι αν εκφράζονται με κάποια σύγχυση. Αντιμέτωποι με αυτά τα προβλήματα, οι Μουσουλμάνοι πρέπει να εκφράσουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, στην ικανότητά τους να ζουν και να επικοινωνούν με πλήρη ηρεμία στις δυτικές κοινωνίες. Η επανάσταση εμπιστοσύνης στην οποία καλούμε θα εξαρτηθεί από την αυτοπεποίθησή τους, από την εμπιστοσύνη στις πεποιθήσεις τους: το έργο που έχουν να κάνουν είναι να επανακτήσουν την κληρονομιά τους και να αναπτύξουν απέναντί της μια θετική αλλά κριτική πνευματική στάση που να βεβαιώνει πως η διδασκαλία του Ισλάμ καλεί τους Μουσουλμάνους σε πνευματική ζωή και αυτομεταρρύθμιση. Πρέπει να επιμείνουν ότι αναμένεται από τους Μουσουλμάνους να σέβονται τους νόμους των χωρών στις οποίες κατοικούν.

Αντιμέτωποι με βάσιμους φόβους, οι Μουσουλμάνοι της Δύσης δεν μπορούν να ελαχιστοποιούν απλώς τα προβλήματα. Πρέπει να αναπτύξουν έναν κριτικό λόγο που να απορρίπτει τη στάση του θύματος και να ασκεί, αντίθετα, κριτική στις ριζοσπαστικές, τις κατά γράμμα και/ή πολιτισμικές αναγνώσεις των πηγών. Είναι επίσης σημαντικό να μην υιοθετούν τη σύγχυση που περιβάλλει το δημόσιο λόγο σχετικά με τις κοινωνίες τους: τα κοινωνικά προβλήματα δεν είναι ‘θρησκευτικά προβλήματα’ και δεν έχουν καμία σχέση με αυτό καθεαυτό το Ισλάμ.

Η εκμετάλλευση του φόβου

Επιχειρήματα που ανήκαν χθες στην επικράτεια των κομμάτων της ακροδεξιάς, βρήκαν δυστυχώς στέγη στα μεγάλα παραδοσιακά κόμματα. Στερούμενοι δημιουργικών ιδεών για την προώθηση του πολιτισμικού πλουραλισμού ή την καταπολέμηση της κοινωνικής γκεττοποίησης, πολλοί πολιτικοί προτιμούν την επικίνδυνη ρητορική για την προστασία της ‘ταυτότητας’, την υπεράσπιση των ‘δυτικών αξιών’, την επιβολή αυστηρών περιορισμών στους ‘ξένους’, μαζί, ασφαλώς, με ολόκληρο το μηχανισμό των νέων νόμων ασφαλείας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Οι σιωπηροί όροι αυτού του δημόσιου διαλόγου περιορίζονται συχνά στο διαχωρισμό ανάμεσα σε δυο οντότητες: ‘Εμείς, οι Δυτικοί’ και ‘Αυτοί, οι Μουσουλμάνοι’, ακόμη κι όταν οι Μουσουλμάνοι είναι πολίτες της Δύσης.

Οι ρατσιστικές ομιλίες πολλαπλασιάζονται, το παρελθόν ερμηνεύεται εκ νέου, με τρόπο που να αποκλείει το Ισλάμ από την παραμικρή συμμετοχή στη δημιουργία της Δυτικής ταυτότητας, που επαναπροσδιορίζεται από τώρα και εις το εξής ως καθαρά Ελληνο-ρωμαϊκή και Ιουδο-χριστιανική, και οι μετανάστες ελέγχονται στα σύνορα ως προς την ‘ηθική ευελιξία’ τους. Ως απάντηση σε αυτές τις απόπειρες καθορισμού τους, η στάση των Μουσουλμάνων πολιτών πρέπει να είναι αντίθετη από τη φυσική αντίδρασή τους: αντί να αποσυρθούν στην απομόνωση, πρέπει να καταφέρουν να ακουστούν, να βγουν από τα θρησκευτικά, κοινωνικά, πολιτισμικά γκέττο τους και να προχωρήσουν μπροστά, να συναντήσουν τους συμπολίτες τους. Οι πολιτικές εκείνων που εκμεταλλεύονται το φόβο έχουν ως στόχο να δημιουργήσουν αυτό ακριβώς που διακηρύσσουν ότι πολεμούν: κατηγορώντας διαρκώς τους Μουσουλμάνους για μη ενσωμάτωση και εγκλεισμό σε μια θρησκευτική ταυτότητα, αυτοί οι διανοούμενοι και πολιτικοί προσπαθούν να τους απομονώσουν.

Ένα νέο ‘εμείς’

Είναι ώρα για συμφιλίωση. Οι Μουσουλμάνοι πρέπει να στρατευτούν με τους συμπολίτες τους για να συμφιλιώσουν τις κοινωνίες τους με τα ίδια τους τα ιδανικά. Το στοίχημα σήμερα είναι να συγκρίνουμε τα διακηρυγμένα ιδανικά της κάθε κοινωνίας με τις συγκεκριμένες πρακτικές που παρατηρούνται στις κοινωνικές οργανώσεις σε ό,τι αφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα και την ισότητα (μεταξύ ανδρών και γυναικών, ανθρώπων διαφορετικής προέλευσης κλπ) Πρέπει να εισαγάγουμε μια εποικοδομητική κριτική σε σχέση με τις κοινωνίες μας, και να συγκρίνουμε τα λόγια έναντι των έργων.

Οι κοινωνίες μας αναμένουν την εμφάνιση ενός νέου ‘Εμείς’. Ενός ‘Εμείς’ που θα φέρει κοντά άνδρες και γυναίκες (όλων των θρησκειών και εκείνους χωρίς θρησκεία) οι οποίοι θα αναλάβουν να λύσουν τις αντιφάσεις της κοινωνίας τους. Ένα τέτοιο ‘Εμείς’ θα εκπροσωπήσει από τώρα και εις τα εξής αυτή τη σύμπραξη των πολιτών που επιζητούν να αγωνιστούν μαζί για το μέλλον τους.

Αυτό το μέλλον εξαντλείται τώρα σε τοπικό επίπεδο. Είναι εξαιρετικά επείγον να κινητοποιήσουμε εθνικά κινήματα τοπικών πρωτοβουλιών, έτσι ώστε άνθρωποι διαφορετικών ευαισθησιών να μπορέσουν να ανοίξουν νέους ορίζοντες κοινής δέσμευσης: ορίζοντες εμπιστοσύνης που θα δώσουν ζωή στο νέο ‘Εμείς’.

Μαζί πρέπει να μάθουν να θέτουν σε αμφισβήτηση εκπαιδευτικά προγράμματα όπως στον τομέα της Ιστορίας όπου θα έπρεπε να υπάρχει μεγαλύτερη ενσωμάτωση: με κίνδυνο να πυροδοτήσουμε τον ανταγωνισμό για το ποιο είναι το θύμα με τα περισσότερα τραύματα, μια πιο αντικειμενική διδασκαλία της ‘δικής μας’ Ιστορίας πρέπει να επισημοποιηθεί εντάσσοντας τις μνήμες που οικοδομούν τη σημερινή κοινότητα. Στο κοινωνικό επίπεδο, πρέπει να δεσμευτούμε για μια πολύ μεγαλύτερη κοινωνική μίξη τόσο στα σχολεία μας όσο και στις πόλεις μας.

Οι δυτικές κοινωνίες δεν θα κερδίσουν τη μάχη ενάντια στην κοινωνική ανασφάλεια μόνο μέσα από μια προσέγγιση που βασίζεται στην ασφάλεια. Οι κοινωνικοί θεσμοί, η διαπαιδαγώγηση του πολίτη, η δημιουργία θέσεων εργασίας επιβάλλονται μέσα στις πόλεις. Στον αγώνα κατά της καχυποψίας, η δέσμευση των δημοτικών συμβουλίων μπορεί να κάνει τη διαφορά και οι πολίτες δεν πρέπει να διστάζουν να χτυπούν την πόρτα τους, να τους υπενθυμίζουν πως σε μια δημοκρατική κοινωνία ο εκλεγμένος αντιπρόσωπος είναι στην υπηρεσία του εκλογέα, και όχι το αντίθετο.

Μια επανάσταση εμπιστοσύνης, η γέννηση ενός νέου ‘Εμείς’ καθοδηγούμενου από ένα εθνικό κίνημα τοπικών πρωτοβουλιών: αυτό είναι το περίγραμμα μιας υπεύθυνης δέσμευσης όλων των πολιτών. Γιατί διεκδικούν προς όφελος μιας ηθικής που βασίζεται στον πολίτη, γιατί θέλουν να προωθήσουν τον δυτικό πολιτισμικό πλούτο, γιατί ξέρουν ότι η επιβίωσή της θα εξαρτηθεί από μια νέα αίσθηση πολιτικής δημιουργικότητας. Οι πολίτες πρέπει να εργαστούν μακροπρόθεσμα, πάνω και πέρα από τα εκλογικά χρονικά όρια που παραλύουν τους πολιτικούς και εμποδίζουν τη διατύπωση νεωτεριστικών, θαρραλέων πολιτικών. Όταν ο εκλεγμένος αξιωματούχος δεν έχει πουθενά να στραφεί, όταν δεν μπορεί πλέον να μετατρέψει τις ιδέες του σε πραγματικότητα, εναπόκειται στους ψηφοφόρους, στους πολίτες, να διεκδικήσουν πλήρως τα ιδανικά τους και να τα κάνουν πραγματικότητα.

Αναδημοσίευση από το http://www.re-public.gr 

Advertisements